«Καλαμᾶσθε, καλαμᾶσθε»


                                                                                               Nίκου Νικολαΐδη
                                                                                               Καθηγητῆ τῆς Θεολογικῆς
                                                                                               Σχολῆς τοῦ Παν/μίου Ἀθηνῶν


Στέκει ἔμπλεος ἀπορίας καί ἀπόγνωσης ὁ Προφήτης. Βλέπει τήν τραγική κατάσταση καί συνέχεται ἀπό θλίψη. Ἀναλογίζεται τήν πορεία καί τήν ἱστορία τοῦ λαοῦ του. Ἀναπολεῖ τίς θαυμαστές καί μοναδικές σχέσεις τοῦ Θεοῦ μαζί του. Καί συντρίβεται γιά τό παροντικό κατάντημά του. Πῶς ἐξέπεσε!  Πῶς καταμαράνθηκε! Πῶς ἀποξηράνθηκε! Καί πῶς τώρα ἀπέβη ἀνήμπορος νά ἀνορθωθεῖ καί να ὀρθοπορήσει! Καί κλαίει καί θρηνεῖ γιά τό «σύντριμμα» (Ἱερ. 5,14) τοῦτο τοῦ λαοῦ του! Καί τοῦ ἰδίου παραλύουν οἱ δυνάμεις του καί φαίνεται νά τόν ἐγκαταλείπουν! 
Kι ὅμως, μπροστά στήν ταλαιπωρία καί τήν ἐπιδημία τῆς ἀπόγνωσης τούτης, πού φαίνεται νά καταδυναστεύει τό λαό καί τόν Προφήτη καί πού δέν ἀφήνει περιθώρια ἐξόδου ἀπό τό ἀδιέξοδο, ἀκούγεται ἡ φωνή τοῦ Θεοῦ: «Καλαμᾶσθε, καλαμᾶσθε» (Ἱερ. 6, 9). 
Γεγονός πού σημαίνει πώς τά πράγματα δέν εἶναι ἔτσι. Δέν ἔχει λειώσει ὅλος ὁ τρυγητός! Δέν ἔχουν σαπίσει ὅλα τά σταφύλια! Δέν εἶναι διεφθαρμένος ὅλος ὁ ἀμπελώνας! Ὑπάρχουν καί ἱκανοί βότρυες, πού ἐξακολουθοῦν νά εἶναι ἀνθεκτικοί στή σήψη! Γι᾿ αὐτό καί προτρέπει ὁ Θεός τόν Προφήτη: «Καλαμᾶσθε, καλαμᾶσθε... τά κατάλοιπα»!
Σ᾿ αὐτούς τούς σταφυλίτες στρέφεται ὁ Προφητικός λόγος. Νά ἐπιστρέψει ὁ ἀμπελουργός «ἐπί τόν κάρταλλον αὐτοῦ». Ὁ θεῖος λόγος εἶναι παρηγορητικός καί ἐλπιδοφόρος. Ὅτι δηλαδή μέσα στίς φυλλωσιές τοῦ ἀμπελώνα κρύβονται καί ὑπάρχουν μεστωμένοι καί «πέπειροι βότρυες». Αὐτοί καί θά ἀποτελέσουν τόν πλοῦτο τῆς καλῆς ἐσοδείας. Τοῦτοι θά μποῦν στό ληνό, γιά νά μεταποιηθοῦν σέ «γλεῦκος μεστόν». Καί τοῦτοι θά ἀποτε­λέσουν τό νάμα, γιά νά μεταγγίσουν στούς ὑπολοίπους, ὅσους εἶναι  ἐπιδεκτικοί, καί αὐτοί εἶναι οἱ πολλοί, τή μέθη τῆς ἀνάκαμψης καί τή δύναμη τῆς ἐλπίδας γιά καλύτερες μέρες, ὥστε οἱ «ἀνειμμένες χεῖρες» νά ἰσχύσουν καί τά «γόνατα τά παραλελυμένα» νά ἀνορθωθοῦν (Ἠσ. 35,3).
Καί, «ἐπί τῶν ἡμετέρων τώρα ἱστάμενοι», λέγομε: Ὁ λαός μας ἔχει «ἱστορίαν μακράν καί περιπετειώδη». Ἔχει νά ἐπιδείξει τρόπαια ἰσχυρά καί πρωτόγνωρα, πού ἀποτελοῦν τόν ἔκπληκτο πλοῦτο καί θαυμασμό καί φίλων καί ἐχθρῶν μας. Ἔπεσε, κατά καιρούς, ὅμως, καί σέ γκρεμούς καί κατρακύλησε σέ βάραθρα πρωτάκουστα. Καί τότε, στό κατάντημά του, ἀποτόλμησαν καί ξεθάρρεψαν οἱ ἐχθροί του καί τοῦ ἀπομυζοῦσαν κάθε ἰκμάδα τῆς ζωηρῆς φύτρας του. Ἀλλά δέν παρέμεινε στήν πτώση του. Μπορεῖ νά μᾶς κατέτρωγαν τήν οὐσία τῆς ὕπαρξής μας, ὅμως, ἔμενε πάντα «ἡ μαγιά», κατά τόν Ἀπόστολο Παῦλο (Α΄ Κορ. ε΄6) καί τό στρατηγό Μακρυγιάννη, γιά νά ζυμώνει ὅλο τό «φύραμα». 
Ἑπομένως, καί τώρα στήν κρίση τήν οἰκονομική πού μᾶς δέρνει, μέ ὅλα τά παρεπόμενά της, καί πού ὅλοι ἀγκομαχώντας βιώνουμε, καί οἱ πλεῖστοι λέμε «τό ψωμί ψωμάκι», γιατί καθημερινά βλέπομε τό χάσμα ἀπολαβῶν καί ἀναγκῶν νά διευρύνεται, διόλου δέν πρέπει νά «ἐκκακοῦμεν» (Λουκ. ιη΄1 Β΄ Κορ. δ΄1). Γιατί ἡ ἀποθάρρυνση καί ἡ ἀποκαρδίωση εἶναι ὁ πιό κακός σύμβουλος καί ὁ πλέον ἀνέμπιστος σύμμαχος. Ἀσφαλῶς καί διερχόμαστε ὡς Ἑλλαδικός Ἑλληνισμός δύσκολες μέρες. Καί, ὁπωσδήποτε, τήν ὅλη ταλαιπωρία μας ἐπιδεινώνουν καί ὑποτροπιάζουν καί οἱ κατά καιρούς ἐρχόμενες στό φῶς οἰκονομικές καί ἄλλες ἀτασθαλίες τῶν ἐπιτηδείων ἤ τῶν κατά καιρούς κρατούντων, τίς ὁποῖες καί καλοῦνται νά ἐξαργυρώσουν οἱ ἔντιμοι καί συνεπεῖς πολίτες. Ἀκόμη ἐντονότερα ἐμπυριζόμαστε, ὅταν διαπιστώνομε ὅτι «ἡ ἔννομος ἀδικία εἶχε καί τόν νόμον συνήγορόν της», κατά τήν εὔστοχη παρατήρηση τοῦ ἱεροῦ Χρυσοστόμου. Καί ἐπιπρόσθετα, πόνος βαθύς μᾶς συνέχει, ὅταν διακριβώνομε ὅτι «ὅς μέν πεινᾷ, ὅς δέ μεθύει» (Α΄ Κορ. ια΄21). Γιατί, πῶς ἀλλιῶς νά τό διατυπώσομε ἤ πῶς διαφορετικά νά νοιώσομε, ὅταν ἀπό τή μιά τό 20% καί πλέον τῶν συνανθρώπων μας διατελεῖ σέ κατάσταση κάτω ἀπό ὅριο τῆς φτώχειας καί ἡ ἀνεργεία καλπάζει, ἐνῶ ἀπό τήν ἄλλη ὡς χώρα, σέ σχέση μέ τίς ἄλλες Εὐρωπαϊκές χῶρες, κατέχομε τά πρωτεῖα στήν ἀγορά συγκεκριμένης πανάκριβης μάρκας αὐτοκινήτων;
Ὡστόσο καί παρόλα αὐτά, ἐπανέρχεται ὁ προφητικός λόγος, ὁ ὁποῖος προτρέπει καί παρηγορεῖ διαχρονικά: «Καλαμᾶσθε, καλαμᾶσθε...». Ὑπάρχουν, ἀκόμη, ὑγιεῖς ἄνθρωποι μᾶς πληροφορεῖ. Δέν ἐξέκλιναν ὅλοι οὔτε καί ἀχρειώθηκαν. Γιατί καί στόν πόνο καί στόν καημό ἄλλου προφήτη, τοῦ Ἠλία, ὅτι αὐτός «ὑπολέλειπται μονώτατος» (Γ΄ Βασ. 19,14) καί ὅτι ὅλοι οἱ ἄλλοι προσκύνησαν, κατά τό ὑπόδειγμα τῆς αἰσχρῆς Ἰεζάβελ, τόν εἰδωλολατρικό θεό τῶν Ἀσσυρίων καί Βαβυλωνίων Βάαλ, τόν ἐπικαλούμενο θεό τῆς μύγας, πάλι ὁ Θεός τόν πληροφορεῖ ὅτι ὑπάρχει πλῆθος ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι «οὐκ ὤκλασαν γόνυ τῷ Βάαλ... καί οὐ προσεκύνησαν αὐτῷ» (Γ΄Βασ. 19,18).
Οἱ ἡγεσίες μας, λοιπόν, καί δέν ἐννοοῦνται ἐδῶ μόνο οἱ πολιτικοί, γιατί καί οἱ πνευματικοί μας Πατέρες ἀκόμη καί οἱ ἐκπαιδευτικοί καί οἱ γονεῖς, ἀνάλογα ὁ καθένας μέ τή θέση μας, εὐθυνόμαστε καί πρέπει νά ἀναλάβομε τό ρόλο τοῦ Προφήτη τοῦ Θεοῦ στίς κρίσιμες ὧρες πού διερχόμαστε. Καί, ὄχι μόνο νά ἐνωτισθοῦμε, ἀλλά  καί νά ἀξιοποιήσομε πρέπει τό ρηματικό λόγο τοῦ Θεοῦ: «Καλαμᾶσθε Καλαμᾶσθε... τά κατάλοιπα». 

Πηγή: Περιοδικό «ΑΓΙΑ ΛΥΔΙΑ», τεῦχος 453.