Εἶναι ὁ Χριστιανισμός θρησκεία; Τήν ἀπάντηση δίνουν τά Χριστούγεννα



                                    Τοῦ Νίκου Νικολαΐδη
                                         Καθηγητῆ τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Παν/μίου Ἀθηνῶν

Ἀκούγεται καί γράφεται ἀπό πολλούς ὅτι ὁ Χριστιανισμός εἶναι Θρησκεία. Καί μά­λιστα ὁρισμένοι κατατάσσουν τό Χριστιανισμό σέ μιά ἀπό τίς ὑπάρχουσες μονοθεϊστικές Θρησκεῖες. Εἶναι ὄντως θρήσκευμα ἡ πίστη μας; Μποροῦμε νά λέμε ὅτι ἀνήκομε στή Χριστιανική Θρησκεία;
Θά μᾶς βοηθήσει, στή σύντομη τούτη ἀναφορά μας γιά τό θέμα, τό ἐρώτημα τί εἶναι Θρησκεία; Τί σημαίνει ὁ ὅρος; Γιά τήν ἐτυμολογία τῆς λέξης ὑπάρχουν προτάσεις, ὅτι συνδέεται μέ τό «ἐνυθρεῖν», πού σημαίνει φυλάσσω, ἤ μέ τούς τύπους «θρήσκω», νοῶ, καί «θράσκειν», θυμίζω κ.ἄ. Κάποιοι ἄλλοι ἀποτολμοῦν νά συνδυάζουν τόν ὅρο μέ τή γεωγραφική περιοχή τῆς Θράκης. Ὁρισμένοι ἄλλοι τόν διασυνδέουν μέ τήν ἑβραϊκή φράση «ντέρεχ Γιά» καί τή γλωσσική ἑλληνική μετεξέλιξή του σέ «ἐρεσκίη», πού σημαίνει «ὁ­δός Θεοῦ». Aὐ­τή ἡ τελευταία προσέγγιση τοῦ ὅρου, γιά ὁρισμένους θρησκειολόγους, κρίνεται ὡς εὐστοχότερη, ἀφοῦ ὁ ὅρος δηλώνει πρά­γματι τό δρόμο πού ὁδηγεῖ στό Θεό. Ἀλλά καί μέ αὐτή τήν ἔννοια εἶναι ὁ Χριστιανισμός Θρησκεία, νοουμένου ὅτι μέ τό σχῆμα αὐτό ὁδηγεῖται ὁ ἄν­θρωπος πρός τό Θεό;
Ἡ ἀπάντηση στό ἐρώτημα εἶναι ὄχι. Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας δέν προτιμοῦν οὔτε αὐτόν τόν ὅρο. Γιατί σέ κύρια ἀναφορά του ὁ Χριστιανισμός δέν μπορεῖ νά εἶναι Θρησκεία. Τότε τί εἶναι;
Ὁ ὅρος «θρησκεία» ἄνετα καί κάλλιστα μπορεῖ νά ἰσχύει γιά ὅλες τίς θρησκεῖες πού ὑπῆρξαν ἤ καί ὑπάρχουν σήμερα, ὄχι ὅμως καί γιά τό Χριστιανισμό. Καί, τοῦτο, γιατί μεταξύ τοῦ Χριστιανισμοῦ καί τῶν ἄλλων θρησκευμάτων ὑπάρχει μιά οὐσιώδης εἰδοποιός διαφορά. Ναί, πράγματι, στίς ἄλλες θρησκεῖες οἱ ἄνθρωποι πορεύονται πρός τό Θεό. Προσπαθοῦν νά βροῦν καί νά βαδίσουν τό δρόμο πού θά τούς ὁδηγήσει στό Θεό. Εἶναι, γιά νά τό διατυπώσομε καλύτερα, οἱ ἀναζητητές στρατοκόποι. Ἡ κίνησή τους κρίνεται ὡς μιά πορεία ἐκζήτησης, ἀναζήτησης καί προσπάθειας ἀνακάλυψης τοῦ Θεοῦ. Γι᾿ αὐτό καί βλέπομε τή διαφορετικότητα στούς τρόπους καί στούς δρόμους πού ἡ κάθε ἀνθρώπινη θρησκευτική ὁμάδα ἐπιλέγει. Στούς παλαιούς  χρόνους ἡ ἐκζήτηση αὐτή τοῦ Θεοῦ περιέπλεκε τούς ἀνθρώπους ἀκόμη καί σέ ἀκατονόμαστες καί βδελυρές πράξεις. Οἱ αἱματηρές ἱεροτελεστίες, οἱ ἀνθρωποθυσίες, οἱ ἠθικές παρεκτροπές εἶναι χαρακτηριστικά γνωρίσματα σύνολης τῆς ἀρχαίας θρησκευτικῆς ζωῆς.  Ὅπως καί οἱ ἀντιλήψεις τῶν ἀρχαίων θρησκειῶν γιά τήν ἔννοια τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου καί τοῦ προορισμοῦ του ὑπῆρξαν ἀδυσώπητες.
Ἀλλά καί σήμερα σέ ἀρκετές θρησκεῖες μέ πλῆθος ὀπαδῶν, ἡ θεολογία καί ἡ ἀνθρωπολογία τους εἶναι φοβερά πλανεμένη! 
Ἔτσι, στό Χριστιανισμό, ἄν εἴχαμε τό φαινόμενο τῆς προσπάθειας ἀνεύρεσης τοῦ Θεοῦ, τότε ἡ πλάνη μας θά ἦταν δεδομένη. Οἱ χριστιανοί δέν ἀναζητοῦμε νά μάθουμε ποιός εἶναι ὁ Θεός μας καί τί εἶναι ὁ ἄνθρωπος. Ποιός καί γιατί κατασκεύασε τόν κόσμο; Πῶς πρέπει νά ζοῦμε; Ποῦ πορευόμαστε; Δέν ἔχομε στήν Ἐκκλησία μας ἀπόπειρα ἀνακάλυψης τοῦ προσώπου τοῦ Θεοῦ καί τοῦ μεγέθους τοῦ ἀνθρώπου καί τοῦ κόσμου. Ἔχομε κάτι τό ἀσυγκρίτως ἀνώτερο. Διαθέτομε τό δεδομένο ὄχι τῆς ἀνακάλυψης, ἀλλά τῆς ἀποκάλυψης τοῦ ἴδιου τοῦ Θεοῦ σέ μᾶς. «Ὁ Θεός ἐπί τῆς γῆς ὤφθη καί τοῖς ἀνθρώποις συνανεστράφη» (Βαρούχ 3, 38). Σέ μᾶς εἶναι «μέγα τό τῆς εὐσεβείας μυστήριον, (γιατί) ὁ Θεός ἐφανερώθη ἐν σαρκί» (Α΄ Τιμ. γ΄16). Ὁ Θεός σέ μᾶς «ἐφανέρωσεν ἑαυτόν», γενόμενος «συνόμιλος τοῖς ἀνθρώποις». Ἔτσι, ἄν στήν Παλαιά Οἰκονομία «ὁ Θεός πολυμερῶς καί πολυτρόπως» λαλεῖ στούς ἀνθρώπους διαμέσου τῶν ἀπεσταλμένων του Προφητῶν, ὅμως, στήν Καινή Οἰκονομία, «ἐπ᾿ ἐσχάτων τῶν ἡμερῶν», λαλεῖ σέ μᾶς ὁ ἴδιος ὁ Θεός, στό πρόσωπο τοῦ Υἱοῦ Tου (Ἑβρ. α΄1), ὡς «υἱός τοῦ ἀνθρώπου». «Ἐγώ δέ λέγω ὑμῖν...» (Ματθ. ε΄ 22 κ.ἄ.), τονίζει πολλές φορές ὁ Χριστός. Καί σέ ἄλλη ἐκφορά ὑπογραμμίζει: «Ἐγώ εἰμι ἡ ὁδός...» (Ἰω. ιδ΄ 6), πού δηλώνει ὅτι ὅλοι οἱ ἄλλοι δρόμοι εἶναι «αἱ ὁδοί» τῶν θρησκειῶν, ἐνῶ αὐτός εἶναι ὁ ἀληθινός ὁδηγός, ὡς «ὁ ἐπιφανείς Θεός». Ἄρα ὁ Χριστιανισμός εἶναι ἀποκάλυψη. Καί τό μέγεθος τοῦτο «ἀχράντως ἐστί πεφυλαγμένον ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ», κατά τούς Πατέρες.
Καί κάτι ἀκόμη, πολύ σημαντικό. Αὐτό μᾶς τό πληροφορεῖ ὁ Θεολόγος καί Εὐαγγελιστής Ἰωάννης. Ματαιοπονοῦν καί πλανῶνται οἱ ἄνθρωποι, ἄν νομίζουν ὅτι μόνοι τους θά ἀνακαλύψουν τό Θεό. Γιατί «Θεόν οὐδείς ἑώρακε πώποτε» (Ἰω. α΄18). Εἶναι ἀδύνατο στήν ἀνθρώπινη φύση νά προσεγγίσει καί νά προσψαύσει τό Θεό. Τά τοῦ Θεοῦ εἶναι ἄρρητα καί ἀνέγγιχτα. Πολύ δέ περισσότερο ἀδυνατεῖ ὁ ἄνθρωπος νά δεῖ τό Θεό. Ἑπομένως, ὅσο καί ἄν προσπαθήσομε, θά παραμένομε πάντοτε στίς παρώρειες τοῦ ὄρους τῆς γνώσης ἤ καλύτερα τῆς ἄγνοιας τοῦ Θεοῦ. Μόνο ὁ Θεός μπορεῖ νά ἀποκαλύψει τά τοῦ προσώπου Tου. Καί μόνο αὐτός μπορεῖ νά «ἐμφανίσει» τόν ἑαυτό του. Καί ἡ ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ περιορίζεται σέ ὅσα εἶναι ἱκανός νά ἀντέξει ὁ ἄνθρωπος. Ἀλλά καί αὐτά εἶναι ἱκανά, ἀφοῦ διαθέτουν τήν ἐπάρκεια τῆς σωτηρίας του. Τοῦτο τό ἔκπληκτο μυστήριο τῆς φανέρωσης τοῦ Θεοῦ πανηγυρίζομε τίς μέρες τοῦτες τῶν Χριστουγέννων. Καί τοῦτο τό «θέοργον» τῆς ἀποκάλυψης, τῆς «ἀνατολῆς τοῦ φωτός τῆς ἀληθινῆς περί Θεοῦ γνώσεως» γιορτάζομε. Ζοῦμε, λοιπόν, τό γεγονός, ὄχι τῆς δικῆς μας ἀνακάλυψης τοῦ Θεοῦ, ἀλλά τῆς ἀπό μέρους τοῦ Θεοῦ φιλάνθρωπης φανέρωσής Tου.
Ἰδού, λοιπόν, γιατί τά Χριστούγεννα δίνουν τήν ἀπάντηση ὅτι ὁ Χριστιανισμός δέν εἶναι Θρησκεία, ἀλλά ἡ ἀποκάλυψη τοῦ ἴδιου τοῦ Θεοῦ μέσα στήν Ἐκκλησία Tου.

Πηγή: Ἀπό τό βιβλίο τοῦ Νίκου Νικολαΐδη, Ὡς φωνή ὑδάτων πολλῶν, ἐκδόσεις Ὀρθοδ. Χριστ. Ἀδελφότητος «ΛΥΔΙΑ».