ΟΤΑΝ Ο ΑΒΒΑΣ Θεόδωρος ἧτο ἀκόμη ὑποτακτικός, τόν ἔστειλε ὁ Γέροντάς του στό φοῦρνο τῆς Σκήτης νά ψήση τά παξιμάδια του. Ἐκεῖ βρῆκε κάποιον ἄλλον πού ἤθελε νά φουρνίση τά δικά του, μά δέν ἔβρισκε βοηθό. Ὁ νεαρός Θεόδωρος ἄφησε κάτω τόν τορβά του κι’ ἔδωσε ἕνα χέρι στόν Ἀδελφό. Δέν πρόλαβε νά τελειώση καί ἔφθασε ἄλλος μέ ψωμιά. Ὁ Θεόδωρος παρεχώρησε πάλι τή θέσι του καί πρόσφερε τή βοήθειά του. Σέ λίγο ἦλθε τρίτος καί τέταρτος ἕως ἕξι. Ὁ Θεόδωρος ἐβοήθησε τούς Ἀδελφούς καί τελευταῖος ἀπό ὅλους ἔψησε τά δικά του παξιμάδια. Ἔδυε ὁ ἥλιος πλέον, ὅταν ἐγύριζε στό Γέροντά του. Τοῦ εἶπε τό λόγο πού τόν ἔκανε νά καθυστερήση τόσο πολύ, χωρίς νά θεωρῆ ὅμως ὅτι ἔκανε κάτι ἀξιόλογο…
* * *
ΟΥΔΕΠΟΤΕ προτίμησα τό προσωπικό μου συμφέρον ἀπό τήν ὠφέλεια τοῦ ἀδελφοῦ μου, ἔλεγε συχνά ὁ Μέγας Ἀντώνιος.
(Ἀπό το Γεροντικό τῆς Θεοδώρας Χαμπάκη πρώην ἡγουμένης τῆς Ἱ.Μ. Ὁσ. Θεοδοσίου, Ἐκδόσεις Ὀρθ. Χριστ. Ἀδελφότητος «ΛΥΔΙΑ»).
