Ο κόσμος που ονειρεύεται να χτίσει ένα παιδί
Τα μικρά παιδιά θά ’ναι οι αυριανοί γονείς, οι αυριανοί επιστήμονες, οι αυριανοί υπεύθυνοι πολίτες. Γι’ αυτό η σωστή παιδεία, η σωστή αγωγή και η σωστή και ανθρωπιστική τοποθέτηση των ιδεών, θα δημιουργήσουν οπωσδήποτε ένα καλύτερο μέλλον.
Με τα σημερινά δεδομένα, όμως, ποιο είναι το μέλλον μας; Πώς θα το στήσουμε σωστό, γερό και ηθικό; Με ποια μέσα και με ποιούς βοηθούς;
Στο δύσκολο δρόμο της ανθρώπινης πορείας, ένα μόνο πρέπει νά ’ναι το βασικό αντικείμενο της μελέτης και της φροντίδας κάποιου: Πώς θα γίνουμε καλύτεροι από τις προηγούμενες γενιές και πώς θα φτιάξουμε μια κοινωνία χωρίς χρώματα μαύρων και λευκών, χωρίς αφέντες και δούλους, χωρίς αιματοκυλισμένη Γάζα και χωρίς ορφανά, δυστυχισμένα και πεινασμένα παιδιά.
Μα για τους σκοπούς αυτούς κανένας δεν βοηθάει. Γι’ αυτό πρέπει όλα τα παιδιά του κόσμου να ενωθούμε και να στήσουμε ένα παγκόσμιο κράτος ειρήνης, αγάπης και αρμονίας μέσα στις ψυχές μας, που θα τον διαφεντεύει ο Χριστός! Ο άρχοντας της ειρήνης, της αγάπης και της αρμονίας.
Αυτό τον κόσμο ονειρεύομαι να χτίσω. Βέβαια, ξέρω ότι ίσως δεν θα το κατορθώσω ποτέ μου. Κι ένα όμως βοτσαλάκι να βάλω στο κράτος της ειρήνης που ονειρεύομαι, κάτι είναι! Κι αν αυτό το κάνουν όλα τα παιδιά, τότε ο κόσμος που ονειρεύομαι δεν θα αργήσει να γίνει πραγματικότητα.
Ας μην ξεχνάμε ότι τα παιδιά στην Αφρική δεν ζουν σαν εμάς. Αυτά δουλεύουν σε ορυχεία, εκθέτοντας τη ζωή τους σε κίνδυνο. Και είναι μόλις 12 χρονών!
Αλλού τα παιδιά πεινάνε, αλλού άνθρωποι σκοτώνονται σε πολέμους κι αλλού αβοήθητες χήρες δουλεύουν μέρα - νύχτα, για να ζήσουν τα ορφανά τους. Κι όμως, κανένας υπεύθυνος, κανένας οργανισμός δεν ενδιαφέρεται για όλα αυτά.
Γι’ αυτό πρέπει εμείς, τα παιδιά, να αναλάβουμε πρωτοβουλίες και να χτίσουμε έναν όμορφο κόσμο. Τους μεγάλους ας τους αφήσουμε. Αυτοί έχουν άλλες ασχολίες: χρήματα, ταξίδια, διασκεδάσεις...
Σωτηρία Κίτση, Στ΄ Δημοτικού
Γιατί το λέμε έτσι;
αγρόν ηγόρασε
Χρησιμοποιούμε τη φράση μεταφορικά όταν θέλουμε να πούμε πώς κάποιος αδιαφόρησε, δεν ενδιαφέρθηκε. Έτσι λέμε π.χ. τον προειδοποίησα να φυλάγεται απ' αυτούς τους ανθρώπους, αλλά εκείνος αγρόν ηγόρασε.
άκρον άωτον
Σημαίνει το αποκορύφωμα, το ακρότατο σημείο. Λέμε π.χ. η αποψινή συμπεριφορά του αποτελεί το άκρον άωτον της αδιαντροπιάς του.
Πηγή: ΛΕΞΙΚΟ ΑΡΧΑΙΩΝ, ΒΥΖΑΝΤΙΝΩΝ ΚΑΙ ΛΟΓΙΩΝ ΦΡΑΣΕΩΝ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ. Γεράσιμος Μαρκαντωνάτος. Εκδόσεις Gutenberg.
Χρυσοστομικά μαργαριτάρια
Τέτοιοι άνθρωποι (που πιστεύουν ένεκα θαυμάτων) υπάρχουν και σήμερα πολλοί, οι οποίοι έχουν το όνομα του πιστού, αλλ' είναι ευμετάβλητοι εις την πίστιν και ασταθείς. Δι' αυτό ούτε τώρα ο Χριστός δεν εμπιστεύεται τον εαυτόν του, αλλ' αποκρύπτει τα περισσότερα....
Μη ζητής λοιπόν θαύματα, αλλά ζήτει την υγείαν της ψυχής... Μη ζητής να ίδης τυφλόν να θεραπεύεται, αλλά πρόσεξε όλους που αναβλέπουν τώρα την πιο ωραίαν και την πιο ωφέλιμον ανάβλεψιν και μάθε και συ να βλέπης με σωφροσύνη και προσπάθησε να διόρθωσης τον οφθαλμόν σου.
... Ούτε μάς μειώνει το γεγονός ότι δεν θαυματουργούμε εάν φροντίζωμεν διά την αρετήν γενικώς. Διότι διά μεν τα θαύματα είμεθα οι ίδιοι οφείλεται, διά τον βίον όμως και τας πράξεις μας έχομεν οφειλέτην τον Θεόν.
Πρόσεξε (τον Παύλο) πώς ενεργεί, και πουθενά να μην θαυματουργεί χωρίς λόγο, αλλά από ανάγκη· διότι και κατά τη διάρκεια της κακοκαιρίας προφήτεψε επειδή υπήρχε αιτία και όχι χωρίς λόγο....
Κανείς λοιπόν ας μην υπερυψώνη τα θαύματα. Διότι ο δαίμων υποφέρει όταν εκδιωχθή από το σώμα του ανθρώπου και ακόμη περισσότερον, όταν ιδή ψυχήν ν' απαλλάσσεται από την αμαρτίαν... Αν λοιπόν την αποβάλης αυτήν... επέδειξες θαύμα μεγαλύτερον από όλα τα θαύματα.
Τι είναι το Ιερό Ευαγγέλιο:
· Η πηγή που ποτέ δεν στερεύει!
· Η τροφή που συντηρεί την πνευματική ύπαρξη!
· Το αθάνατο νερό που δροσίζει τις διψασμένες ψυχές!
· Για όσους έχουν χάσει τον προσανατολισμό τους είναι η πυξίδα!
· Για όσους νιώθουν να κινδυνεύουν στο πέλαγος της ζωής είναι η άγκυρα της ελπίδας!
· Ο χάρτης που οδηγεί στην ουράνια βασιλεία!
· Για όσους θέλουν να δουν την πνευματική τους ύπαρξη είναι ο καθρέπτης!
· Για όσους θλίβονται είναι η πηγή της χαράς και της αληθινής ζωής!
Τα άλλα βιβλία μας μορφώνουν…
Η Αγία Γραφή μας μεταμορφώνει!
Επιμέλεια: Κατηχητικό Σχολείο Αριδαίας.
Επιμέλεια: Κατηχητικό Σχολείο Αριδαίας.
Κυριακή του Ασώτου – Η παραβολή του ασώτου υιού
Λουκ. ιε΄ 11-32
11 Εἶπε δέ· ἄνθρωπός τις εἶχε δύο υἱούς. 12 καὶ εἶπεν ὁ νεώτερος αὐτῶν τῷ πατρί· πάτερ, δός μοι τὸ ἐπιβάλλον μέρος τῆς οὐσίας. καὶ διεῖλεν αὐτοῖς τὸν βίον. 13 καὶ μετ᾿ οὐ πολλὰς ἡμέρας συναγαγὼν ἅπαντα ὁ νεώτερος υἱὸς ἀπεδήμησεν εἰς χώραν μακράν, καὶ ἐκεῖ διεσκόρπισε τὴν οὐσίαν αὐτοῦ ζῶν ἀσώτως. 14 δαπανήσαντος δὲ αὐτοῦ πάντα ἐγένετο λιμὸς ἰσχυρὸς κατὰ τὴν χώραν ἐκείνην, καὶ αὐτὸς ἤρξατο ὑστερεῖσθαι. 15 καὶ πορευθεὶς ἐκολλήθη ἑνὶ τῶν πολιτῶν τῆς χώρας ἐκείνης, καὶ ἔπεμψεν αὐτὸν εἰς τοὺς ἀγροὺς αὐτοῦ βόσκειν χοίρους. 16 καὶ ἐπεθύμει γεμίσαι τὴν κοιλίαν αὐτοῦ ἀπὸ τῶν κερατίων ὧν ἤσθιον οἱ χοῖροι, καὶ οὐδεὶς ἐδίδου αὐτῷ. 17 εἰς ἑαυτὸν δὲ ἐλθὼν εἶπε· πόσοι μίσθιοι τοῦ πατρός μου περισσεύουσιν ἄρτων, ἐγὼ δὲ λιμῷ ἀπόλλυμαι! 18 ἀναστὰς πορεύσομαι πρὸς τὸν πατέρα μου καὶ ἐρῶ αὐτῷ· πάτερ, ἥμαρτον εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἐνώπιόν σου. 19 οὐκέτι εἰμὶ ἄξιος κληθῆναι υἱός σου· ποίησόν με ὡς ἕνα τῶν μισθίων σου. 20 καὶ ἀναστὰς ἦλθε πρὸς τὸν πατέρα αὐτοῦ. ἔτι δὲ αὐτοῦ μακρὰν ἀπέχοντος εἶδεν αὐτὸν ὁ πατὴρ αὐτοῦ καὶ ἐσπλαγχνίσθη, καὶ δραμὼν ἐπέπεσεν ἐπὶ τὸν τράχηλον αὐτοῦ καὶ κατεφίλησεν αὐτόν. 21 εἶπε δὲ αὐτῷ ὁ υἱός· πάτερ, ἥμαρτον εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἐνώπιόν σου, καὶ οὐκέτι εἰμὶ ἄξιος κληθῆναι υἱός σου. 22 εἶπε δὲ ὁ πατὴρ πρὸς τοὺς δούλους αὐτοῦ· ἐξενέγκατε τὴν στολὴν τὴν πρώτην καὶ ἐνδύσατε αὐτόν, καὶ δότε δακτύλιον εἰς τὴν χεῖρα αὐτοῦ καὶ ὑποδήματα εἰς τοὺς πόδας, 23 καὶ ἐνέγκαντες τὸν μόσχον τὸν σιτευτὸν θύσατε, καὶ φαγόντες εὐφρανθῶμεν, 24 ὅτι οὗτος ὁ υἱός μου νεκρὸς ἦν καὶ ἀνέζησε, καὶ ἀπολωλὼς ἦν καὶ εὑρέθη. καὶ ἤρξαντο εὐφραίνεσθαι. 25 Ἦν δὲ ὁ υἱὸς αὐτοῦ ὁ πρεσβύτερος ἐν ἀγρῷ· καὶ ὡς ἐρχόμενος ἤγγισε τῇ οἰκίᾳ ἤκουσε συμφωνίας καὶ χορῶν, 26 καὶ προσκαλεσάμενος ἕνα τῶν παίδων ἐπυνθάνετο τί εἴη ταῦτα. 27 ὁ δὲ εἶπεν αὐτῷ ὅτι ὁ ἀδελφός σου ἥκει καὶ ἔθυσεν ὁ πατήρ σου τὸν μόσχον τὸν σιτευτόν, ὅτι ὑγιαίνοντα αὐτὸν ἀπέλαβεν. 28 ὠργίσθη δὲ καὶ οὐκ ἤθελεν εἰσελθεῖν. ὁ οὖν πατὴρ αὐτοῦ ἐξελθὼν παρεκάλει αὐτόν. 29 ὁ δὲ ἀποκριθεὶς εἶπε τῷ πατρί· ἰδοὺ τοσαῦτα ἔτη δουλεύω σοι καὶ οὐδέποτε ἐντολήν σου παρῆλθον, καὶ ἐμοὶ οὐδέποτε ἔδωκας ἔριφον ἵνα μετὰ τῶν φίλων μου εὐφρανθῶ· 30 ὅτε δὲ ὁ υἱός σου οὗτος, ὁ καταφαγών σου τὸν βίον μετὰ πορνῶν, ἦλθεν, ἔθυσας αὐτῷ τὸν μόσχον τὸν σιτευτόν. 31 ὁ δὲ εἶπεν αὐτῷ· τέκνον, σὺ πάντοτε μετ᾿ ἐμοῦ εἶ, καὶ πάντα τὰ ἐμὰ σά ἐστιν· 32 εὐφρανθῆναι δὲ καὶ χαρῆναι ἔδει, ὅτι ὁ ἀδελφός σου οὗτος νεκρὸς ἦν καὶ ἀνέζησε, καὶ ἀπολωλὼς ἦν καὶ εὑρέθη.
«Πατέρα, συγχώρεσέ με»!
Είχε πέσει στ’ αλήθεια πολύ χαμηλά. Είχε αμαρτήσει βαριά. Είχε προδώσει την εμπιστοσύνη και την αγάπη του Πατέρα. Είχε ξεστρατίσει σε άτακτη ζωή. Να ο γκρεμός, η τελική καταστροφή έχασκε μπροστά του.
Αλλά πώς να γυρίσει πίσω;
Αυτός με τόση αυτοπεποίθηση, όσο και αυθάδεια, είχε απαιτήσει: «πάτερ, δός μοι τό ἐπιβάλλον μέρος τῆς οὐσίας »! Πατέρα, δος μου το μερίδιο της περιουσίας που μου ανήκει! Κι όταν ο φιλόστοργος πατέρας του «διεῖλε», μοίρασε σ’ αυτόν και τον αδελφό του «τόν βίον», την περιουσία, αυτός άρπαξε το μερίδιο του και αμέσως «ἀπεδήμησεν εἰς χώραν μακράν». Ταξίδεψε σε μακρινή χώρα. Με τι πρόσωπο ν’ αντικρίσει τώρα το πατρικό βλέμμα;
Αλλά ήταν και οι φίλοι του, με τους οποίους «διεσκόρπισε τήν οὐσίαν αὐτοῦ ζῶν ἀσώτως». Διασκόρπισε την περιουσία του ζώντας βίο άσωτο. Δε θα τον ειρωνεύονταν, αν τον έβλεπαν ν’ αλλάζει γνώμη;
Ήταν κι εκείνος ο μεγάλος του αδελφός, ο οποίος είχε μείνει στο σπίτι, άψογος, τυπικός απέναντι στον Πατέρα. Τι θα έλεγε, όταν τον έβλεπε να επιστρέφει;
Ποια δικαιολογία άραγε θα μπορούσε να επιστρατεύσει, τι πρόσχημα να βρει, για να γυρίσει πίσω, να ξεφύγει επιτέλους από την αθλιότητα εκείνη, όπου είχε καταντήσει;
Αλλά όχι. Δεν υπήρχε άλλη επιλογή. Έπρεπε να επιστρέψει. Χωρίς δικαιολογίες και προσχήματα. Τώρα, που ήρθε στα συγκαλά του, πήρε αμετάκλητα και την απόφασή του. Θα επιστρέψει έτσι όπως είναι. Αποτυχημένος, άθλιος, αξιοθρήνητος και ταπεινωμένος. Θα προβάλλει ένα και μόνο επιχείρημα. Τη μετάνοιά του. Θα πει:
«Πάτερ, ἥμαρτον»! Έκανα σφάλμα μεγάλο, που αποστάτησα από σένα! Αμάρτησα βαριά! «Ἥμαρτον εἰς τόν οὐρανόν», λύπησα τον ουράνιο κόσμο, που μπροστά του διέπραξα κακό. «Ἥμαρτον… καί ἐνώπιόν σου»! Σε πότισα φαρμάκι, σε πρόσβαλα, σπίλωσα το όνομά σου! «Πάτερ, ἥμαρτον»!
«Οὐκέτι εἰμί ἄξιος κληθῆναι υἱός σου», δεν το αξίζω πια να ονομασθώ γιος σου!
Ούτε ζητώ κάτι τέτοιο. Απλώς, σε παρακαλώ να ευδοκήσεις και να με δεχθείς «ὡς ἕνα τῶν μισθίων σου», σαν έναν από τους μισθωτούς σου. Να βρίσκομαι στη δούλεψή σου και να εξασφαλίζω ένα κομμάτι ψωμί μόνο. Και πάνω απ’ όλα τη γαλήνη, την εμπιστοσύνη, την αγάπη που βασιλεύουν εδώ μέσα…
Το είπε και το έκανε. «Ἀναστάς ἤλθε πρός τόν πατέρα αὐτοῦ». Σηκώθηκε και ήλθε στον πατέρα του.
Ασφαλώς στο δρόμο η καρδιά του γοργοκτυπούσε από αγωνία. Ήταν τόσο δύσκολο το εγχείρημά του. Ταπεινωμένος, συντετριμμένος, εξουθενωμένος, βάδιζε βυθισμένος στις σκέψεις του, κρατώντας γερά ως οδηγό του και σωσίβιο τον εξομολογητικό λόγο: «Πάτερ, ἥμαρτον».
Αλλά τι βλέπει; Όνειρο μήπως; Ο πατέρας του τον διέκρινε από μακριά και τρέχει προς το μέρος του για να τον συναντήσει, να τον υποδεχθεί θερμά. Έρχεται, πέφτει γεμάτος πόνο και πόθο και ευσπλαχνία «ἐπί τόν τράχηλον αυτοῦ» και τον «καταφιλεῖ», τον πνίγει με ασπασμούς πατρικής αγάπης!
Ο άσωτος γιος όμως δε χάνει τα λόγια του, ούτε ξεθαρρεύει. Με το κεφάλι σκυμμένο από ντροπή, με δάκρυα καυτά στα μάτια, κράζει σπαραχτικά και ομολογεί: «Πάτερ ἥμαρτον εἰς τόν οὐρανόν καί ἐνώπιόν σου»! Είμαι ένοχος, άσωτος, αποστάτης! Είμαι ανάξιος, να λέγομαι γιος σου! Πατέρα μου, συγχώρεσέ με!…
Ο πατέρας δε δίνει απόκριση άλλη από εκείνη, που ήδη έμπρακτα είχε δώσει. Γυρίζει μόνο «πρός τούς δούλους αὐτοῦ» και με φωνή που τη ραγίζει λυγμός χαράς τους παραγγέλνει:
— Φέρετε γρήγορα «τήν στολήν τήν πρώτην καί ἐνδύσατε αὐτόν»! θέλω να πάρει καινούργια όψη το παιδί μου! Ακόμη, «δότε δακτύλιον εἰς τήν χεῖρα αὐτοῦ», να φαίνεται ότι είναι άρχοντας εδώ μέσα! Και «ὑποδήματα εἰς τούς πόδας» να του βάλετε! Και «τόν μόσχον τόν σιτευτόν», το θρεφτάρι μας, που το φυλάγουμε για τις μεγάλες γιορτές, τώρα να το σφάξετε και να στρώσετε τραπέζι, για να «εὐφρανθῶμεν»!
Ποια άλλη μέρα θα βρεθεί πιο γιορτινή απ’ αυτή; Ο γιος μου, «νεκρός ἦν καί ἀνέζησε»! «Ἀπολωλώς ἦν καί εὑρέθη»! Ήταν πεθαμένος και ξαναζωντάνεψε και χαμένος και βρέθηκε.
Θα μπορούσε ο άσωτος να βρει πολλές δικαιολογίες, να προσκομίσει πολλά ελαφρυντικά. Θα μπορούσε να πει: «Πατέρα, λάθος έγινε. Ήταν η κακιά ώρα, οι φίλοι που με παρέσυραν, η δύσκολη ηλικία… ήρθαν και αλλεπάλληλες οι αναποδιές… ποιος μπορεί να προβλέψει ένα λιμό; Ατύχησα…»
Αλλά όχι. Ο άσωτος είχε το θάρρος και την τιμιότητα να αναλάβει τις ευθύνες του, να ομολογήσει ξεκάθαρα την ενοχή του, να αντιμετωπίσει κατάματα την πραγματικότητα και τις όποιες συνέπειες των πράξεων του. Είχε τον ηρωισμό να κλάψει, να μετανοήσει, να ταπεινωθεί, να πει το «ήμαρτον».
Κι έτσι σώθηκε. Γιατί είχε διαλέξει το σωστό δρόμο. Το μονό δρόμο του λυτρωμού.
Πολλοί νέοι σήμερα μπροστά σε κάποιες πτώσεις τους τα χάνουν. Ή απελπίζονται ή προσπαθούν να ξεφύγουν και να ξεχάσουν ή επιστρατεύουν δικαιολογίες και επεξηγήσεις, για να κατοχυρωθούν. Όμως, όλοι αυτοί οι τρόποι — διέξοδοι φυγής — ψευτοβολεύουν και μπαλώνουν τις καταστάσεις. Δε γιατρεύουν, δεν εξιλεώνουν την ψυχή.
Μία είναι η σωστή αντιμετώπιση της ενοχής. Η τίμια αποδοχή της. Και στη συνέχεια η κατανυκτική μετάνοια, η συντριβή, η Εξομολόγηση, η επανόρθωση, η επιστροφή.
«Πάτερ, ήμαρτον»! Έφταιξα, Θεέ μου! Πέφτω στα γόνατα και Σου ζητώ συγγνώμη! Επικαλούμαι ταπεινά το άπειρο έλεός Σου! «Ήμαρτον»!
Όλη η ευθύνη είναι δική μου. Κανείς άλλος δε φταίει. Εγώ προκάλεσα το τραύμα που με βασανίζει, εγώ δημιούργησα την πληγή. Δική μου η ενοχή.
Δε μου φταίξανε οι συνάνθρωποί μου, οι καταστάσεις, ο διάβολος… Εγώ θέλησα και διέπραξα την αμαρτία. Εγώ φταίω. Και δεν υπάρχει καμιά δικαιολογία. «Πάτερ, ήμαρτον»!…
Ω! Μόλις αρθρώσουμε την ευλογημένη αυτή φράση, όλα μεταμορφώνονται, επανορθώνονται, τακτοποιούνται. Θεία χάρη και έλεος φωτίζει την ψυχή. Μας ανακουφίζει. Ενθουσιασμός ιερός μας συνεπαίρνει, να επανορθώσουμε κάθε παλιά εκτροπή, ζημιά, αδικία… να κερδίσουμε το χαμένο δρόμο, το χαμένο χρόνο…
Κι ο στοργικός Πατέρας μας ακούγεται ν’ απαντά: «Ἐνδύσατε αὐτόν τήν στολήν τήν πρώτην»! «Ὁ υἱός μου οὗτος… ἀνέζησε»! Ξαναβρήκε τη ζωή!
Επιμέλεια: Κατηχητικό Σχολείο Οσίας Παρασκευής, Νέας Καλλικράτειας.
πηγή:www.xfd.gr
Ἔκτακτος ἔκδοσις τοῦ Περιοδικοῦ «ΑΓΙΑ ΛΥΔΙΑ»
![]() |
...Ἡ ἀνάσα ὅλων τῶν Ἑλλήνων κομμένη. Ὅλη ἡ Ἀθήνα ὠργισμένη. Ποιός θά ἀναχαιτίση αὐτήν τήν ὀργή; Πρός ποιά κατεύθυνσι θά διοχετευθῆ. Ἄν... ἄν... ἄν... –δυσκολευόμαστε νά τό γράψουμε–, τότε τί θά γίνη; Τότε ποιός θά μᾶς δώση δάκρυα νά χύσουμε, θρήνους γιά νά θρηνήσουμε, κραυγές καί οἰμωγές νά στείλουμε στούς οὐρανούς; Ποῦ θά βροῦμε τόσες μοιρολογίστρες νά ψάλλουν τό μοιρολόγι τῆς Ἑλλάδος;
Γιά νά διαβάσετε ὅλο τό κείμενο, πατῆστε ἐπάνω στήν εἰκόνα.
Ρίσκο
Αν γελάς, ρισκάρεις να φανείς ανόητος.
Αν κλαις, ρισκάρεις να φανείς συναισθηματικός.
Αν πλησιάσεις κάποιον, ρισκάρεις να του δώσεις δικαιώματα.
Αν δείχνεις τα αισθήματα σου, ρισκάρεις να εκθέσεις τον πραγματικό σου εαυτό.
Αν φανερώσεις τις ιδέες σου και τα όνειρα σου σε πολλούς, ρισκάρεις να τα χάσεις.
Αν αγαπάς, ρισκάρεις να μην σε αγαπούν.
Αν ζεις, ρισκάρεις να πεθάνεις.
Αν ελπίζεις, ρισκάρεις να απελπιστείς.
Αν προσπαθείς, ρισκάρεις να αποτύχεις.
Ωστόσο, πρέπει να ρισκάρουμε, γιατί ο μεγαλύτερος κίνδυνος στη ζωή είναι να μην ρισκάρουμε τίποτα!
Μπορεί να αποφεύγει τον πόνο και την λύπη, αλλά δεν μπορεί να μάθει, να αισθανθεί, να αλλάξει, να μεγαλώσει, να αγαπήσει ή να ζήσει.
Αλυσοδεμένος από την νοοτροπία του, σαν σκλάβος, έχει στερηθεί την ελευθερία.
Μόνο όταν ρισκάρει κάποιος είναι ελεύθερος!!!!
Αν κλαις, ρισκάρεις να φανείς συναισθηματικός.
Αν πλησιάσεις κάποιον, ρισκάρεις να του δώσεις δικαιώματα.
Αν δείχνεις τα αισθήματα σου, ρισκάρεις να εκθέσεις τον πραγματικό σου εαυτό.
Αν φανερώσεις τις ιδέες σου και τα όνειρα σου σε πολλούς, ρισκάρεις να τα χάσεις.
Αν αγαπάς, ρισκάρεις να μην σε αγαπούν.
Αν ζεις, ρισκάρεις να πεθάνεις.
Αν ελπίζεις, ρισκάρεις να απελπιστείς.
Αν προσπαθείς, ρισκάρεις να αποτύχεις.
Ωστόσο, πρέπει να ρισκάρουμε, γιατί ο μεγαλύτερος κίνδυνος στη ζωή είναι να μην ρισκάρουμε τίποτα!
Μπορεί να αποφεύγει τον πόνο και την λύπη, αλλά δεν μπορεί να μάθει, να αισθανθεί, να αλλάξει, να μεγαλώσει, να αγαπήσει ή να ζήσει.
Αλυσοδεμένος από την νοοτροπία του, σαν σκλάβος, έχει στερηθεί την ελευθερία.
Μόνο όταν ρισκάρει κάποιος είναι ελεύθερος!!!!
Συμεὼν ὁ ἁπλοῦς
Τὸ 1922 ἦρθε ἀπὸ τὴν Μικρασία μὲ τοὺς πρόσφυγες ἕνα ὀρφανὸ Ἑλληνόπουλο, ὀνόματι Συμεών. Ἐγκαταστάθηκε στὸν Πειραιὰ σὲ μιὰ παραγκούλα καὶ ἐκεῖ μεγάλωσε μόνο του. Εἶχε ἕνα καροτσάκι καὶ ἔκανε τὸν ἀχθοφόρο, μεταφέροντας πράγματα στὸ λιμάνι τοῦ Πειραιᾶ. Γράμματα δὲν ἤξερε οὔτε πολλὰ πράγματα ἀπὸ τὴν πίστη μας. Εἶχε τὴν μακαρία ἁπλότητα καὶ πίστη ἁπλὴ καὶ ἀπερίεργη.
Ὅταν ἦρθε σὲ ἡλικία γάμου νυμφεύθηκε, ἔκανε δύο παιδιὰ καὶ μετακόμισε μὲ τὴν οἰκογένειά του στὴ Νίκαια. Κάθε πρωὶ πήγαινε στὸ λιμάνι τοῦ Πειραιᾶ γιὰ νὰ βγάλει τὸ ψωμάκι του. Περνοῦσε ὅμως κάθε μέρα τὸ πρωὶ ἀπὸ τὸ ναὸ τοῦ ἁγίου Σπυρίδωνος, ἔμπαινε μέσα, στεκόταν μπροστὰ στὸ τέμπλο, ἔβγαζε τὸ καπελάκι του καὶ ἔλεγε:
«Καλημέρα Χριστέ μου, ὁ Συμεὼν εἶμαι. Βοήθησέ με νὰ βγάλω τὸ ψωμάκι μου». Τὸ βράδυ ποὺ τελείωνε τὴ δουλειὰ του ξαναπερνοῦσε ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία, πήγαινε πάλι μπροστὰ στὸ τέμπλο καὶ ἔλεγε:
«Καλησπέρα Χριστέ μου, ὁ Συμεὼν εἶμαι. Σ’ εὐχαριστῶ ποὺ μὲ βοήθησες καὶ σήμερα». Καὶ ἔτσι περνοῦσαν τὰ χρόνια τοῦ εὐλογημένου Συμεών.
Περίπου τὸ ἔτος 1950 ὅλα τὰ μέλη τῆς οἰκογένειάς του ἀρρώστησαν ἀπὸ φυματίωση καὶ ἐκοιμήθησαν ἐν Κυρίῳ. Ἔμεινε ὁλομόναχος ὁ Συμεὼν καὶ συνέχισε ἀγόγγυστα τὴ δουλειὰ του ἀλλὰ καὶ δὲν παρέλειπε νὰ περνᾶ ἀπὸ τὸν ἅγιο Σπυρίδωνα νὰ καλημερίζει καὶ νὰ καλησπερίζει τὸν Χριστό, ζητώντας τὴν βοήθειά Του καὶ εὐχαριστώντας Τον. Ὅταν γέρασε ὁ Συμεών, ἀρρώστησε. Μπῆκε στὸ Νοσοκομεῖο καὶ νοσηλεύτηκε περίπου γιὰ ἕνα μήνα.
Μιὰ προϊσταμένη ἀπὸ τὴν Πάτρα τὸν ρώτησε κάποτε:
― Παπποῦ, τόσες μέρες ἐδῶ μέσα δὲν ἦρθε κανεὶς νὰ σὲ δεῖ. Δὲν ἔχεις κανένα δικό σου στὸν κόσμο;
― Ἔρχεται, παιδί μου, κάθε πρωὶ καὶ ἀπόγευμα ὁ Χριστὸς καὶ μὲ παρηγορεῖ.
― Καὶ τί σοῦ λέει, παππού;
«Καλημέρα Συμεών, ὁ Χριστὸς εἶμαι, κάνε ὑπομονή». «Καλησπέρα Συμεών, ὁ Χριστὸς εἶμαι, κάνε ὑπομονή».
Ἡ προϊσταμένη παραξενεύτηκε καὶ κάλεσε τὸν Πνευματικό της, π. Χριστόδουλο Φάσο, νὰ ἔρθει νὰ δεῖ τὸν Συμεὼν μήπως πλανήθηκε. Ὁ π. Χριστόδουλος τὸν ἐπισκέφθηκε, τοῦ ἔπιασε κουβέντα, τοῦ ἔκανε τὴν ἐρώτηση τῆς προϊσταμένης καὶ ὁ Συμεὼν τοῦ ἔδωσε τὴν ἴδια ἀπάντηση. Τὶς ἴδιες ὧρες πρωὶ καὶ βράδυ, ποὺ ὁ Συμεὼν πήγαινε στὸ ναὸ καὶ χαιρετοῦσε τὸν Χριστό, τώρα καὶ ὁ Χριστὸς χαιρετοῦσε τὸν Συμεών. Τὸν ρώτησε ὁ Πνευματικός:
― Μήπως εἶναι φαντασία σου;
― Ὄχι, πάτερ, δὲν εἶμαι φαντασμένος, ὁ Χριστὸς εἶναι.
― Ἦρθε καὶ σήμερα;
― Ἦρθε.
― Καὶ τί σοῦ εἶπε;
― Καλημέρα Συμεών, ὁ Χριστὸς εἶμαι. Κάνε ὑπομονή, σὲ τρεῖς μέρες θὰ σὲ πάρω κοντά μου πρωΐ - πρωΐ.
Ὁ Πνευματικὸς κάθε μέρα πήγαινε στὸ Νοσοκομεῖο, μιλοῦσε μαζί του καὶ ἔμαθε γιὰ τὴν ζωή του. Κατάλαβε ὅτι πρόκειται περὶ εὐλογημένου ἀνθρώπου. Τὴν τρίτη ἡμέρα πρωΐ - πρωΐ πάλι πῆγε νὰ δεῖ τὸν Συμεὼν καὶ νὰ διαπιστώσει ἂν θὰ πραγματοποιηθεῖ ἡ πρόρρηση ὅτι θὰ πεθάνει. Πράγματι ἐκεῖ ποὺ κουβέντιαζαν, ὁ Συμεὼν φώναξε ξαφνικά: «Ἦρθε ὁ Χριστός», καὶ ἐκοιμήθη τὸν ὕπνο τοῦ δικαίου. Αἰωνία του ἡ μνήμη.
(Ἀσκητὲς μέσα στὸν κόσμο, Ἱ. Ἡσυχαστήριον Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Πρόδρομος, Χαλκιδικῆς, 2008).
Ο Θεός σου δίνει πάντα ό,τι σου χρειάζεται!
Μια φορά κάποιος ζήτησε απ’ το Θεό ένα λουλούδι και μια πεταλούδα.
Ο Θεός όμως αντί γι’ αυτά του έδωσε ένα κάκτο και μια κάμπια.
Αυτό στεναχώρησε τον άνθρωπο, δεν μπόρεσε να καταλάβει γιατί δεν πήρε αυτό που ζήτησε.
Είπε μέσα του, λοιπόν ο Θεός έχει να νοιαστεί για τόσους ανθρώπους... Και αποφάσισε να μην ζητήσει εξηγήσεις.
Μετά από λίγο καιρό πήγε να κοιτάξει αυτά που του είχαν δοθεί και τα 'χε ξεχάσει. Προς έκπληξή του, απ’ τον αγκαθωτό και άσχημο κάκτο είχε φυτρώσει ένα όμορφο λουλούδι. Και η άσχημη κάμπια είχε μεταμορφωθεί σε μια υπέροχη πεταλούδα.
Ο ΘΕΟΣ τα κάνει πάντα όλα σωστά! Ο τρόπος που ενεργεί είναι ΠΑΝΤΑ ο καλύτερος, ακόμα κι αν σε μας φαίνεται λανθασμένος.
Αν ζήτησες από το Θεό κάτι και πήρες κάτι διαφορετικό, δείξε Του ΕΜΠΙΣΤΟΣΥΝΗ. Μπορείς να είσαι σίγουρος πως Αυτός θα σου δίνει πάντα αυτό που χρειάζεσαι τη κατάλληλη στιγμή. Αυτό που θέλεις... δεν είναι πάντα κι αυτό που χρειάζεσαι!
Το ΑΓΚΑΘΙ του σήμερα... Είναι το ΛΟΥΛΟΥΔΙ του αύριο!
Επιμέλεια: Κατηχητικό Σχολείο Αριδαίας.
Άγιος Χαράλαμπος ο Ιερομάρτυρας
Κατηξιώθης, Χαράλαμπες, ἐκ ξίφους,
Καὶ λαμπρότητος καὶ χαρᾶς τῶν Μαρτύρων.
Τῇ δεκάτῃ Χαράλαμπες, ἐὸν ἐτμήθης ἀπὸ λαιμόν.
Ο Άγιος Χαράλαμπος ήταν ιερεύς στη Μαγνησία της Μικράς Ασίας και έζησε επί αυτοκρατορίας του Σεπτιμίου Σεβήρου (193 - 211 μ.Χ.). Όταν το έτος 198 μ.Χ. ο Σέβηρος εξαπέλυσε απηνή διωγμό κατά των Χριστιανών, ο έπαρχος της Μαγνησίας Λουκιανός, συνέλαβε τον Άγιο και του ζήτησε να αρνηθεί την πίστη του. Όμως ο Άγιος όχι μόνο δεν το έκανε αυτό, αλλά αντίθετα ομολόγησε στον έπαρχο την προσήλωσή του στον Χριστό και δήλωσε με παρρησία ότι σε οποιοδήποτε βασανιστήριο και να υποβληθεί δεν πρόκειται να αρνηθεί την πίστη της Εκκλησίας. Τότε η σκοτισμένη και σαρκική ψυχή του Λουκιανού επέτεινε την οργή της και διέταξε να αρχίσουν τα φρικώδη βασανιστήρια στο γέροντα ιερέα. Πρώτα τον γύμνωσαν και ο ίδιος ο Λουκιανός, παίρνοντας το ξίφος του προσπάθησε να πληγώσει το σώμα του Αγίου. Όμως αποκόπηκαν τα χέρια του και έμειναν κρεμασμένα στο σώμα του Ιερομάρτυρα και μόνο ύστερα από προσευχή του Αγίου συγκολλήθηκαν αυτά πάλι στο σώμα και ο ηγεμόνας κατέστη υγιής. Βλέποντας αυτό το θαύμα του Αγίου πολλοί από τους δημίους πίστεψαν στον αληθινό Θεό.
Με το ζόφο στο νου και με τη θηριωδία στην καρδιά, ο έπαρχος έδωσε εντολή να διαπομπεύσουν τον Άγιο και να τον σύρουν διά μέσου της πόλεως με χαλινάρι. Τέλος, διέταξε τον αποκεφαλισμό του Αγίου, ο οποίος με το μαρτύριό του έλαβε το αμαράντινο στέφανο της δόξας σε ηλικία 113 ετών.
Τμήματα της τιμίας κάρας αυτού φυλάσσονται στη ιερά μονή Αγίου Στεφάνου Μετεώρων και στον ομώνυμο προσκυνηματικό ναό της κωμοπόλεως Θεσπιών της Βοιωτίας.
Ἀπολυτίκιον
Ἦχος δ’. Ταχύ προκατάλαβε.
Ὡς στύλος ἀκλόνητος, τῆς Ἐκκλησίας Χριστοῦ, καί λύχνος ἀείφωτος τῆς οἰκουμένης σοφέ, ἐδείχθης Χαράλαμπες· ἔλαμψας ἐν τῷ κόσμῳ, διά τοῦ μαρτυρίου, ἔλυσας τῶν εἰδώλων, τήν σκοτόμαιναν μάκαρ, διό ἐν παρρησίᾳ Χριστῷ, πρέσβευε σωθῆναι ἡμᾶς.
Επιμέλεια: Κατηχητικό Σχολείο Οσίας Παρασκευής, Νέας Καλλικράτειας.
πηγή:www.saint.gr
Γιατί θυμώνεις;
Γιατί θυμώνεις;
Γιατί θέλεις το δικό σου.Γιατί θυμώνεις;
Γιατί δεν κατανοείς.
Γιατί θυμώνεις;
Γιατί δεν σέβεσαι τον άλλον.
Γιατί θυμώνεις;
Γιατί σου λείπει η αυτογνωσία.
Γιατί θυμώνεις;
Γιατί σου λείπει η υπομονή.
Γιατί θυμώνεις;
Γιατί ξέχασες το: ητοιμάσθην και ουκ εταράχθην.
Γιατί θυμώνεις;
Γιατί λησμονείς τις αμαρτίες σου.
Γιατί θυμώνεις;
Γιατί σου λείπει η αίτηση αοργησίας.
Γιατί θυμώνεις;
Γιατί ξεχνάς πως αυστηρά θα κριθείς.
Γιατί θυμώνεις;
Γιατί δεν σέβεσαι την θεία παρουσία.
Γιατί θυμώνεις;
Γιατί αθέτησες κάποιες ιερές υποσχέσεις σου.
Γιατί θυμώνεις;
Γιατί κατέκρινες σκληρά κάποιους που …θυμώνουν.
Γιατί θυμώνεις;
Γιατί σου λείπει η ταπείνωση.
Γιατί θυμώνεις;
Γιατί δεν έμαθες να αγαπάς.
Γιατί θυμώνεις;
Γιατί έχεις υπέρμετρο εγωισμό.
Γιατί θυμώνεις; Γιατί………
Aν μελετούσες βαθιά και συγκλονιστικά την άπειρη μακροθυμία του Θεού Πατρός, το «άφες αυτοίς» του Υιού στον Σταυρό και την ακούραστη έναντι σου ανοχή του Πανάγιου Πνεύματος, δεν θα χρειαζόσουν αυτό το ερωτηματολόγιο..
Χτίζοντας μια ζωή!
Ένας ηλικιωμένος ξυλουργός κόντευε να βγει στη σύνταξη, και είπε στο αφεντικό του τα σχέδια του για να φύγει και να ζήσει πιο ξεκούραστα μαζί με τη γυναίκα του. Βέβαια δεν θα συνέχιζε να βγάζει τόσα λεφτά, όμως έπρεπε να βγει στη σύνταξη. Θα τα κατάφερναν.
Ο εργολάβος του στεναχωρήθηκε που θα έφευγε ένας τόσο καλός μάστορας, και ζήτησε από τον ξυλουργό αν θα μπορούσε να του χτίσει άλλο ένα σπίτι σαν προσωπική του χάρη.
Ο ξυλουργός είπε ναι, όμως όσο περνούσε ο καιρός δεν ήταν δύσκολο να παρατηρήσει κάποιος πως δεν δούλευε με όλη του τη καρδιά.
Χρησιμοποιούσε υλικά κατώτερης ποιότητας, και έκανε επιπόλαιη δουλειά. Ήταν ο χειρότερος τρόπος για να τελειώσει μια καριέρα γεμάτη αφοσίωση και επιτυχίες.
Όταν ο ξυλουργός τελείωσε το έργο, ήρθε ο εργολάβος να επιθεωρήσει το σπίτι. Έδωσε το κλειδί της εισόδου στον ξυλουργό και του είπε,
«Αυτό το σπίτι είναι δικό σου, ένα δώρο από μένα για σένα.»
Ο ξυλουργός έμεινε άναυδος!
Τι κρίμα!
Αν μόνο ήξερε πως έχτιζε το δικό του σπίτι, θα το είχε κάνει εντελώς διαφορετικά.
Το ίδιο συμβαίνει και με μας.
Χτίζουμε τη ζωή μας, μέρα με την μέρα, πολύ συχνά μη κάνοντας το καλύτερο μας σε αυτό που κτίζουμε.
Και μετά μένουμε εμβρόντητοι όταν αντιλαμβανόμαστε ότι πρέπει να κατοικήσουμε στο σπίτι που κτίσαμε.
Αν μπορούσαμε να το κάνουμε ξανά, θα το χτίζαμε εντελώς διαφορετικά. Να όμως που δεν μπορούμε να επιστρέψουμε….
Εσύ είσαι ο ξυλουργός στη ζωή σου. Κάθε μέρα βάζεις μια πρόκα, τοποθετείς άλλη μια τάβλα, ή ορθώνεις ένα τοίχο.
Οι προθέσεις και οι επιλογές που κάνεις σήμερα χτίζουν το αυριανό σου «σπίτι»…
Γι’ αυτό να χτίζεις με σοφία!
Ζήτησε από το Θεό να γίνει Αυτός ο εργολάβος στη ζωή σου!
Αυτός θα σου δείξει πως να φτιάξεις ένα γερό θεμέλιο για να χτίσεις το σπιτικό της ζωής σου.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
















