Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΟΙΗΣΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΟΙΗΣΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Περνάει ο Στρατός της Ελλάδος
Περνάει ο Στρατός της Ελλάδος φρουρός,
του κάθε της εχθρού ο σκληρός τιμωρός
στο πέρασμά του τρέμει η γη που πατεί
και προς τη Δόξα περπατεί.
Πίνδος
Πάνω στην Πίνδο στης τιμής
τα μαρμαρένια αλώνια
πολέμησαν οι Έλληνες
με κρύο και με χιόνια.
Πολέμησαν για λευτεριά
του έθνους την περηφάνια
κι η δόξα τη στεφάνωσε
μ’ αμάραντα στεφάνια.
Πάνω στις Πίνδου τα βουνά
προτείνοντας τη λόγχη
είπε ο στρατός μας στον Εχθρό
«δεν θα περάσεις, όχι».
Πηγή: http://iliastoutsoglidis.blogspot.gr
Καράβι και ταξιδεύει τ’ Αγιονόρος
Στα μοναστήρια έχει φυλαγμένες ακριβές ομορφιές
και στα θεμέλια πολλούς ιδρώτες
δεν τίθενται στις προθήκες
δεν λέγονται εύκολα.
Καράβι και ταξιδεύει το Αγιονόρος
με κατάρτι τον Άθωνα
σημαία τη Μεταμόρφωση
άγκυρα την Παναγιά.
Αχ πατρίδα μου γλυκιά
Μισεύω και τα μάτια μου δακρύζουν λυπημένα, (Χ2)
αχ πατρίδα μου γλυκιά δακρύζουν λυπημένα,
αχ πατρίδα μου γλυκιά πόσο σ' αγαπώ βαθιά.
Στη ξενιτιά με στεναγμούς βραδιάζει ξημερώνει, (Χ2)
αχ πατρίδα μου γλυκιά βραδιάζει ξημερώνει,
αχ πατρίδα μου γλυκιά πόσο σ' αγαπώ βαθιά.
Έχετε για ψηλά βουνά και κάμπη με τα δάση, (Χ2)
αχ πατρίδα μου γλυκιά και κάμπη με τα δάση,
αχ πατρίδα μου γλυκιά πόσο σ' αγαπώ βαθιά.
Θα σ' αγαπώ, θα σ' αγαπώ ώσπου να ξεψυχήσω, (Χ2)
αχ πατρίδα μου γλυκιά ώσπου να ξεψυχήσω,
αχ πατρίδα μου γλυκιά πόσο σ' αγαπώ βαθιά.
Τῆς Μάνας ἡ ἀγκαλιά
Κι ἄν μοῦ κτίσετε παλάτια
καί μοῦ πεῖτε «κάτσ’ ἐδῶ»,
δέν γυρνῶ τά δυό μου μάτια
μιά στιγμούλα νά τά ἰδῶ.
Κι ἄν μοῦ στήσετε ἕνα θρόνο
μέ χρυσάφι καπνιστό,
μήτ’ αὐτόν, σᾶς βεβαιώνω,
δέν θέ νά τόν λιμπιστῶ.
Καθενοῦ πουλιοῦ τ’ ἀρέσει
μόνο ἡ ἴδια του φωλιά.
Μένα μοναχά μιά θέση:
Τῆς μαμᾶς μου ἡ ἀγκαλιά!
Γ. Βιζυηνός
Νάμουν του σταύλου έν’ άχυρο,
ένα φτωχό κομμάτι
την ώρα π' άνοιγ' ο Χριστός
στον ήλιο του το μάτι.
Να ιδώ την πρώτη του ματιά
και το χαμόγελό του,
το στέμμα των ακτίνων του
γύρω στο μέτωπό του.
Να λάμψω από τη λάμψη του
κι' εγώ σαν διαμαντάκι
κι' από τη θεία του πνοή
να γίνω λουλουδάκι.
Να μοσκοβοληθώ
κι' εγώ από την ευωδία,
που άναψε στα πόδια του
των Μάγων η λατρεία.
Νάμουν του σταύλου ένα άχυρο
ένα φτωχό κομμάτι
Την ώρα π' άνοιγ' ο Χριστός
στον ήλιο του το μάτι.
Κωστής Παλαμάς
Χριστούγεννα
Στή γωνιά μας κόκκινο
τ’ ἀναμμένο τζάκι.
Τοῦφες χιόνι πέφτουνε
στό παραθυράκι.
Ὅλο ἀπόψε ξάγρυπνο
μένει τό χωριό.
καί χτυπά Χριστούγεννα
τό καμπαναριό.
Ἔλα, Ἐσύ, πού ἀρχάγγελοι
Σ’ ἀνυμνοῦνε ἀπόψε.
Πάρε ἀπό τήν πίτα μας,
πού εὐωδιᾶ, καί κόψε.
Ἔλα κι ἡ γωνίτσα μας
καρτερεῖ ναρθεῖς.
Σοὔστρωσα, Χριστούλη μου
γιά νά ζεσταθεῖς.
Ἅγιε Δημήτρη μου προστάτη...
Στούς δρόμους σου, πού διάβηκες, διαβαίνω.
Ἀλλάξανε ὅμως τόσα πολλά…
Δέν ἔχουμε ρωμαίους στρατιῶτες,
θηρία, μονομάχους καί φωτιά.
Δέν ἔχουμε ἀγάλματα καί τύμβους,
δρόμωνες στόν Θερμαϊκό.
Δέν χτίζουμε πιά ἄλλο κατακόμβες·
λεύτερα προσκυνοῦμε τόν Θεό.
Κι ὅμως, θαρρῶ, χτές ἦταν πού περνοῦσες
κάπου ἐκεῖ στήν Κόκκινη Ἐκκλησιά.
Περπάταγες κοντά στά μαθητούδια,
σαΐτευε μέ λόγια τήν καρδιά.
Σέ εἶδα νά εὐλογᾶς μέ τά δυό χέρια
κάθε κατηχητόπουλο μικρό.
Νά ἀγρυπνᾶς γιά τήν Θεσσαλονίκη,
νά μεσιτεύεις γιά ἕνα λαό.
Ἅγιε Δημήτρη μου, Σαλονικιέ προστάτη,
πότε βιγλάτορα στά τείχη σέ θωρῶ
κι ἄλλοτε νά περνᾶς ἀνάμεσά μας
καβάλα στ’ ἄλογο τό φτερωτό.
Ἄγγελο παραστάτη καί προμάχο
στήν πόλη τούτη σ’ ἔβαλε ὁ Θεός.
Ἀριφνητες οἱ χάρες σου, ἅγιέ μου!
Ἀπό τά πλούτη σου ἄς γεύομαι κι ἐγώ.
Δ. Δ.
ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΤΟΥ ΣΑΡΑΝΤΑ
Τοῦ Μιλτιάδη δέν εἶν’ ὁ στρατός,
οἱ τριακόσιοι δέν εἶν’ τοῦ Λεωνίδα,
πού ὀρθωθῆκαν γιά σένα, Πατρίδα,
σάν ἐφάνηκε σμῆνος ὁ ἐχθρός.
Σαλαμίνας δέν εἶν’ τά νερά
κι οὔτε ὁ κάμπος ἐδῶ Μαραθώνα,
σέ θεϊκό πού μετριόταν ἀγῶνα
χίλιους μ’ ἕνα παιδιά ἡρωικά.
Τοῦ Εἰκοσιένα δέν εἶν’ κλεφτουριά,
πού διαβαίνει βουνά καί λαγκάδια
καί σκορπᾶ τῶν ἐχθρῶν τά κοπάδια,
ὡσάν τ’ ἄχυρα ἐμπρός στό βοριά.
Εἶν’ τῆς Πίνδου αὐτά τά βουνά,
Ἀργυρόκαστρο, Ἅγιους Σαράντα,
Κορυτσά, τά παιδιά τοῦ Σαράντα
στά χαρίζουν, πετράδια τρανά.
Πολεμάει ἡ καινούργια γενιά,
κι ὦ Ἑλλάδα, γιά ἰδές, ὅλ’ ἡ πλάση
τόσες δόξες σου πάει νά ξεχάση
στοῦ Σαράντα το θάμα μπροστά.
Ὦ Μητέρα –Πατρίδα γλυκιά–
τόση δόξα παλιά πιά σοῦ φτάνει,
νά τ’ ὁλόδροσο δέξου στεφάνι,
πού σοῦ πλέκει ἡ καινούργια ἡ γενιά.
Ἰωάννα Μπουκουβάλα
ΕΛΑΤΙ ΤΟΥ ΘΕΟΥ
Γεννήθηκες στῆς ζωῆς τή βουνοπλαγιά,
στό ριζιμιό.
Γκρεμός στά πόδια σου ἀνοίγεται
καί ἄβυσσος μπροστά σου...
Μά, δέν εἶσαι πέτρα γιά νά κυλιστῆς,
λιθάρι, γιά νά χαθῆς στά χάη.
Εἶσαι ἐλάτι τοῦ Θεοῦ,
στό Βράχο δίπλα ρίζωσες...
Ἀκροζυγίσου ἐλεύθερα,
τήν κάθετο νά βρῆς.
Ὑψώσου ἴσιος καί στητός
κι’ ὁ οὐρανός δικός σου.
Ὅλο ψηλά κι’ ὅλο ψηλότερα,
χωρίς παρέκκλισι καμμιά,
(οὔτε ζερβά οὔτε δεξιά).
Οὐρανοδείχτης νἆσαι πάντα,
παιδί μου.
Εἰς τόν θάνατον τοῦ Παύλου Μελᾶ
Τόν Ζέζα τόν γνωρίσατε, τόν εἴδατε τόν Μίκη,
πού σήμερα λαχτάρησε βουνό κι ἀρματολίκι;
Κοντά σέ κάποιαν ἐκκλησιά, χωριοῦ προσκυνητάρι,
πού παλληκάρια θάψανε πανώριο παλληκάρι,
χλωρή δαφνούλα φύτρωσε νά στεφανώσει τώρα
μιά σκλάβα μαυροφόρα.
Στά ματωμένα σπλάχνα της τήν ὀμορφιά της θάβει,
κι ἀπ’ τήν σβησμένη του ματιά
πῆραν ψυχή, πῆραν φωτιά
ξεψυχισμένοι σκλάβοι.
Τι στρατιώτης ἔπεσε στή γῆ της ζηλευτός!...
Λυπᾶται, μά καί χαίρεται κανείς μέ τόν χαμό του...
Τιμῆς καί δόξης θάνατος ὁ θάνατος αὐτός,
Μπροστά στήν τόση δόξα του ξεχάνεις τόν καημό του.
Κι ἀντήχησαν ἀντίλαλοι: στόν Βούλγαρο πελέκι,
τιμή στοῦ Ζέζα το σπαθί, τοῦ Μίκη τό τουφέκι.
Κι ὁ Λεπενιώτης ἄστραψε κοντά του κι ὁ Βλαχάβας,
κι ἐκλείσανε τά χείλη του μ’ ἕνα φιλί τῆς σκλάβας.
Δάσκαλοι, πού τίς σάρκες των ἐσπάραξαν κοράκοι,
παπάδες ἐθνομάρτυρες πού ψήθηκαν σάν Διάκοι,
χειροπιασμένοι σίμωσαν νά δοῦν τό λείψανό του.
Χρυσή ψυχή, πού πήγαινες τό θάνατο νά λάχεις,
ἀπό μαρτύρων στόματα χίλια συγχώρια νά ’χεις...
Γεώργιος Σουρής
Η ΠΑΤΡΙΔΑ ΜΟΥ
Ξένε, τί νά σοῦ πῶ γιά τήν Πατρίδα μου!
Σέ κάθε της γωνιά, ὅπου κι ἄν τρέξης,
θἄβρης χιλιάδες θάματα. Καί μάθε το:
Δέν θἄφταναν ἑκατομμύρια λέξεις:
Γιά νά μπορέσω τόσες χάρες κι ὀμορφιές
νά κάτσω νά τίς ἀντιστορήσω!...
Τά δάση, τίς πλαγιές, τά κλεισορρέματα
μέ λόγια δέν μπορῶ νά ζωγραφίσω.
Τί νά σοῦ πῶ γιά τό δικό μας οὐρανό!
Ὅσες κι ἄν γύρισες ἐσύ πατρίδες,
τέτοιο γαλάζιο χρῶμα, τέτοιο χρυσοφῶς
ἔ! δίχως ἄλλο, πουθενά δέν εἶδες!
Ἀμέ γιά τά ποτάμια, γιά τή θάλασσα,
πού τήν Πατρίδα μου περικυκλώνει,
γιά τά νησάκια τά μαργαριτάρια της,
γιά τά βουνά της τά γεμάτα χιόνι!
Τί νά σοῦ πῶ γιά τίς πηγές πού τραγουδᾶν
τ’ ὁλόδροσό τους, ξένε μου, τραγούδι!
Ἄχ, στήν Πατρίδα μου, στόν κάμπο στά βουνά,
σέ κάθε σπιθαμή κι ἕνα λουλούδι!
Σέ κάθε σπιθαμή θέ νἄβρης, ξένε μου,
ἄν σκύψης ὡς τῆς γῆς, καί μιά σταγόνα
αἷμα! Ποτάμι χύθηκε ἀπ’ τίς φλέβες μας
σέ κάθε τῆς Πατρίδας μας ἀγώνα!
Θά δῆς ἀκόμα, μές σέ καθεμιά καρδιά,
–κι ἄς εἶσαι ἕνας περαστικός διαβάτης–
τή φλόγα πού δέ σβήστηκε ποτέ-ποτέ,
καί Πίστη τοῦ Χριστοῦ εἶναι τ’ ὄνομά της.
Λοιπόν, τί νά σοῦ πῶ γιά τήν Πατρίδα μου!
Ἑκατομμύρια λέξεις στήν ἀράδα
δέν θἄφθαναν νά δώσω τήν εἰκόνα της...
Κι’ ὅμως φτάνει μιά λέξη μόνο: Ἑλλάδα!
Ἰωάννου Κυπριανοῦ
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)

















